Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intruder
01
εισβολέας, διαρρήκτης
a person who breaks into someone else's property; often with a criminal intention
Παραδείγματα
Neighbors reported seeing an intruder lurking around the property.
Οι γείτονες ανέφεραν ότι είδαν έναν εισβολέα να παραμονεύει γύρω από την ιδιοκτησία.
Λεξικό Δέντρο
intruder
intrude



























