Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intimidating
01
εκφοβιστικός, τρομακτικός
causing feelings of fear, unease, or worry in others
Παραδείγματα
The intimidating challenge of the advanced level exam deterred some students from attempting it.
Η εκφοβιστική πρόκληση της εξέτασης προχωρημένου επιπέδου απέτρεψε μερικούς μαθητές από το να την δοκιμάσουν.
Λεξικό Δέντρο
intimidating
intimidate



























