Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intact
συγκριτικός βαθμός
more intact
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancient artifact was discovered buried in the ground, remarkably intact after centuries.
Το αρχαίο αντικείμενο ανακαλύφθηκε θαμμένο στο έδαφος, αξιοσημείωτα άθικτο μετά από αιώνες.
02
παρθένα, άθικτη
(of a woman) having an unbroken hymen
Παραδείγματα
The examination confirmed she was intact.
Η εξέταση επιβεβαίωσε ότι ήταν αμόλυντη.
03
άθικτος, απόκλειστος
(of domestic animals) capable of reproducing
Παραδείγματα
The bull was mature and intact.
Ο ταύρος ήταν ώριμος και άθικτος.
Λεξικό Δέντρο
intactness
intact



























