insurgence
Pronunciation
/ɪnˈsɝdʒəns/

Ορισμός και σημασία του "insurgence"στα αγγλικά

01

εξέγερση, ανταρσία

an armed or violent rebellion by a group seeking to challenge or overthrow a ruling government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insurgencies
Παραδείγματα
The history of the region is marked by a series of insurgences against foreign occupation and colonial rule.
Η ιστορία της περιοχής σημαδεύεται από μια σειρά εξεγέρσεων κατά της ξένης κατοχής και της αποικιακής κυριαρχίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store