insurgence
in
ɪn
in
sur
ˈsɜ:
gence
ʤəns
jēns
insurance

Ορισμός και σημασία του "insurgence"στα αγγλικά

01

εξέγερση, ανταρσία

an armed or violent rebellion by a group seeking to challenge or overthrow a ruling government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insurgencies
Παραδείγματα
In the face of social and economic inequality, marginalized groups often resort to insurgence as a means to demand change. 

Αντιμέτωποι με την κοινωνική και οικονομική ανισότητα, οι περιθωριοποιημένες ομάδες καταφεύγουν συχνά στην εξέγερση ως μέσο για να απαιτήσουν αλλαγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store