Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insular
01
στενοκέφαλος, απομονωμένος
having a limited perspective or outlook, often isolated and closed off from new ideas or influences
Παραδείγματα
The insular mindset of the group led to a resistance to change, even when it was necessary for growth.
Η απομονωμένη νοοτροπία της ομάδας οδήγησε σε αντίσταση απέναντι στην αλλαγή, ακόμα και όταν αυτή ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη.
02
νησιωτικός, νησιωτικός
physically situated on or resembling an island
Παραδείγματα
The insular village had limited access to modern technology.
Το νησιωτικό χωριό είχε περιορισμένη πρόσβαση στη σύγχρονη τεχνολογία.



























