Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insulant
01
μονωτικό, μονωτικό υλικό
insulating material that reduces or prevents the transmission of heat or sound or electricity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insulants



























