Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to instigate
01
υποκινώ, προκαλώ
to deliberately provoke, encourage, or initiate actions that lead to conflict, hostility, or harmful consequences
Transitive: to instigate an action or attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
instigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
instigates
ενεστώτα μετοχή
instigating
απλός αόριστος
instigated
παθητική μετοχή
instigated
Παραδείγματα
With a calculated move, the agent planted false evidence to instigate suspicion and create chaos within the organization.
Με μια υπολογισμένη κίνηση, ο πράκτορας έστησε ψεύτικες αποδείξεις για να προκαλέσει υποψίες και να δημιουργήσει χάος μέσα στον οργανισμό.
Παραδείγματα
The new policy instigated changes in the company's workflow.
Η νέα πολιτική προκάλεσε αλλαγές στη ροή εργασίας της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
instigation
instigative
instigator
instigate
instig



























