Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to instigate
01
υποκινώ, προκαλώ
to deliberately provoke, encourage, or initiate actions that lead to conflict, hostility, or harmful consequences
Transitive: to instigate an action or attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
instigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
instigates
ενεστώτα μετοχή
instigating
απλός αόριστος
instigated
παθητική μετοχή
instigated
Παραδείγματα
In an attempt to gain control, the dictator used propaganda to instigate fear and suppress dissent among the citizens.
Σε μια προσπάθεια να αποκτήσει έλεγχο, ο δικτάτορας χρησιμοποίησε προπαγάνδα για να προκαλέσει φόβο και να καταστείλει τη διαφωνία μεταξύ των πολιτών.
Παραδείγματα
Prompted by an anonymous tip, the investigative journalist 's report instigated a government inquiry into corruption.
Προκληθείς από μια ανώνυμη συμβουλή, η αναφορά του ερευνητή δημοσιογράφου προκάλεσε μια κυβερνητική έρευνα για τη διαφθορά.
Λεξικό Δέντρο
instigation
instigative
instigator
instigate
instig



























