insomniac
in
ɪn
in
som
ˈsɒm
som
niac
niæk
niāk

Ορισμός και σημασία του "insomniac"στα αγγλικά

01

αϋπνιστής, άτομο που πάσχει από αϋπνία

someone who has persistent difficulty falling asleep, staying asleep, or getting quality sleep 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insomniacs
Παραδείγματα
As an insomniac, she often spends her nights reading or watching TV. 

Ως αϋπνία, συχνά περνά τις νύχτες της διαβάζοντας ή βλέποντας τηλεόραση.

01

αϋπνος, που πάσχει από αϋπνία

experiencing or accompanied by sleeplessness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insomniac
συγκριτικός βαθμός
more insomniac
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store