Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insolvency
01
αφερεγγυότητα, πτώχευση
the state or condition of not having enough money to pay one's debts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
insolvencies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insolvency
solvency
solve



























