Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insoluble
01
αδιάλυτο, δεν διαλύεται
unable to be dissolved, especially in a liquid
Παραδείγματα
Insoluble particles floated in the undissolved solution.
Αδιάλυτα σωματίδια επιπλέουν στο αδιάλυτο διάλυμα.
02
άλυτος, ανεξήγητος
admitting of no solution or explanation
03
άλυτος, χωρίς ελπίδα λύσης
without hope of solution
Λεξικό Δέντρο
insoluble
soluble
solve



























