insoluble
Pronunciation
/ˌɪnˈsɑɫjəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "insoluble"στα αγγλικά

01

αδιάλυτο, δεν διαλύεται

unable to be dissolved, especially in a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insoluble
συγκριτικός βαθμός
more insoluble
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Insoluble particles floated in the undissolved solution.
Αδιάλυτα σωματίδια επιπλέουν στο αδιάλυτο διάλυμα.
02

άλυτος, ανεξήγητος

admitting of no solution or explanation
03

άλυτος, χωρίς ελπίδα λύσης

without hope of solution

Λεξικό Δέντρο

insoluble
soluble
solve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store