insoluble
in
ɪn
in
so
ˈsɒ
so
lu
ljʊ
lyoo
ble
bəl
bēl
insolvable

Ορισμός και σημασία του "insoluble"στα αγγλικά

01

αδιάλυτο, δεν διαλύεται

unable to be dissolved, especially in a liquid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insoluble
συγκριτικός βαθμός
more insoluble
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sugar remained insoluble in the cold water. 

Η ζάχαρη παρέμεινε αδιάλυτη στο κρύο νερό.

02

άλυτος, ανεξήγητος

admitting of no solution or explanation 
03

άλυτος, χωρίς ελπίδα λύσης

without hope of solution 

Λεξικό Δέντρο

insoluble
soluble
solve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store