Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insentient
01
αναισθητος, άψυχος
lacking consciousness or the ability to feel sensations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insentient
συγκριτικός βαθμός
more insentient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
consciousness, biology, philosophy
Παραδείγματα
Rocks and minerals are considered insentient objects, devoid of consciousness or awareness.
Οι βράχοι και τα ορυκτά θεωρούνται αναισθητοι αντικείμενα, χωρίς συνείδηση ή επίγνωση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insentient
sentient
sense



























