inquest
in
ˈɪn
in
quest
kwɛst
kvest

Ορισμός και σημασία του "inquest"στα αγγλικά

01

έρευνα, δικαστική έρευνα

an official investigation that is held in front of a jury; especially in cases associated with death by unnatural causes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquests
Παραδείγματα
The inquest revealed that the death was caused by a drug overdose. 

Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο θάνατος προκλήθηκε από υπερβολική δόση ναρκωτικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store