Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to innovate
01
καινοτομώ, εφαρμόζω καινοτομία
to introduce new ideas, methods, or products to improve or change the current way of doing things
Intransitive
Transitive: to innovate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
innovate
γ΄ ενικό πρόσωπο
innovates
ενεστώτα μετοχή
innovating
απλός αόριστος
innovated
παθητική μετοχή
innovated
Παραδείγματα
The educational institution innovated its curriculum to incorporate modern teaching methods.
Το εκπαιδευτικό ίδρυμα καινοτόμησε το πρόγραμμα σπουδών του για να ενσωματώσει σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας.
Λεξικό Δέντρο
innovative
innovator
innovate
novate



























