Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhabited
01
κατοικημένος, κατοικούμενος
(of a place) having people or animals living in a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhabited
συγκριτικός βαθμός
more inhabited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, population, settlement
Παραδείγματα
The inhabited village stood between the mountains.
Το κατοικημένο χωριό βρισκόταν ανάμεσα στα βουνά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uninhabited
inhabited
habited
habit



























