Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhabited
01
κατοικημένος, κατοικούμενος
(of a place) having people or animals living in a place
Παραδείγματα
Few inhabited areas remain untouched by modern technology.
Λίγες κατοικημένες περιοχές παραμένουν ανέγγιχτες από τη σύγχρονη τεχνολογία.
Λεξικό Δέντρο
uninhabited
inhabited
habited
habit



























