Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingeniously
01
ευφυώς, με εφευρετικότητα
in a way that shows cleverness, originality, and skill
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She ingeniously designed a tool that makes gardening easier.
Επινοήθηκε εφευρετικά ένα εργαλείο που κάνει την κηπουρική πιο εύκολη.
Λεξικό Δέντρο
ingeniously
ingenious



























