Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingeniously
01
ευφυώς, με εφευρετικότητα
in a way that shows cleverness, originality, and skill
Παραδείγματα
He ingeniously crafted a plan that surprised everyone.
Ευφυώς κατασκεύασε ένα σχέδιο που έκπληξε όλους.
Λεξικό Δέντρο
ingeniously
ingenious



























