infraction
in
ɪn
in
frac
ˈfræk
frāk
tion
ʃən
shēn
inflectioninflictioninfectioninteraction

Ορισμός και σημασία του "infraction"στα αγγλικά

01

παράβαση, αδίκημα

the act of breaking or not obeying a law, agreement, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infractions
Παραδείγματα
The police issued a citation for the minor infraction of jaywalking. 

Η αστυνομία εξέδωσε πρόστιμο για το μικρό παράπτωμα της παράνομης διαβάσεως του δρόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store