influential
Pronunciation
/ˌɪnfɫuˈɛnʃəɫ/

Ορισμός και σημασία του "influential"στα αγγλικά

influential
01

επιρροή, που έχει επιρροή

able to have much impact on someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most influential
συγκριτικός βαθμός
more influential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The influential company's marketing campaign set new trends in the industry.
Η επιχειρηματική καμπάνια της επιρροής εταιρείας έθεσε νέες τάσεις στη βιομηχανία.

Λεξικό Δέντρο

influentially
uninfluential
influential
influent
fluent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store