Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
influential
01
επιρροή, που έχει επιρροή
able to have much impact on someone or something
Παραδείγματα
The influential company's marketing campaign set new trends in the industry.
Η επιχειρηματική καμπάνια της επιρροής εταιρείας έθεσε νέες τάσεις στη βιομηχανία.
Λεξικό Δέντρο
influentially
uninfluential
influential
influent
fluent



























