Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inextensible
01
μη εκτατό
without the capacity to be enlarged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, physics, properties
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inextensible
extensible



























