inexplicit
in
ˌɪn
in
exp
ˈɪksp
iksp
li
li
cit
sɪt
sit
implicitexplicitsolicitelicit

Ορισμός και σημασία του "inexplicit"στα αγγλικά

inexplicit
01

σιωπηρός, ασαφής

lacking clarity or directness in expression 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inexplicit
συγκριτικός βαθμός
more inexplicit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inexplicit directions left them wandering in search of the right path. 

Οι ασαφείς οδηγίες τους άφησαν να περιπλανώνται αναζητώντας το σωστό μονοπάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store