Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexplicit
01
σιωπηρός, ασαφής
lacking clarity or directness in expression
Παραδείγματα
The inexplicit warning did n’t convey the seriousness of the potential risk.
Η ασαφής προειδοποίηση δεν μετέφερε τη σοβαρότητα του πιθανού κινδύνου.
Λεξικό Δέντρο
inexplicit
explicit



























