inerrant
in
ˈɪn
in
e
ɛ
e
rrant
rənt
rēnt
aberrantapparentparenterrant

Ορισμός και σημασία του "inerrant"στα αγγλικά

01

αλάθητος, χωρίς λάθη

free from errors or mistakes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inerrant
συγκριτικός βαθμός
more inerrant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, accuracy, reasoning
Παραδείγματα
The inerrant logic behind his argument convinced everyone. 

Η αλάνθαστη λογική πίσω από το επιχείρημά του έπεισε όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inerrant
errant
err
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store