inerrant
Pronunciation
/ɪnˈɛɹənt/

Ορισμός και σημασία του "inerrant"στα αγγλικά

01

αλάθητος, χωρίς λάθη

free from errors or mistakes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inerrant
συγκριτικός βαθμός
more inerrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inerrant nature of the scientific theory stood the test of time.
Η αλάνθαστη φύση της επιστημονικής θεωρίας άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου.

Λεξικό Δέντρο

inerrant
errant
err
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store