inerrable
i
ɪ
i
ne
ˈnɛ
ne
rra
ble
bəl
bēl
incurableinsurable

Ορισμός και σημασία του "inerrable"στα αγγλικά

01

αλάθητος, άψογος

incapable of making errors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inerrable
συγκριτικός βαθμός
more inerrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inerrable calculations ensured the project’s success. 

Οι αλάθητοι υπολογισμοί εξασφάλισαν την επιτυχία του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store