Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
individually
01
ατομικά, ένα-ένα
one by one; separately from the others
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The students were called individually to receive their certificates.
Οι μαθητές κλήθηκαν ατομικά για να λάβουν τα πιστοποιητικά τους.
1.1
ατομικά, προσωπικά
in a distinctive or unique manner
Παραδείγματα
Each room was decorated individually to suit its occupant's taste.
Κάθε δωμάτιο ήταν διακοσμημένο ατομικά για να ταιριάζει στο γούστο του κατοίκου του.
Παραδείγματα
She signed the document individually, not on behalf of the organization.
Υπέγραψε το έγγραφο ατομικά, όχι εκ μέρους του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
individually
individual
individu



























