individualistic
Pronunciation
/ˌɪndɪˌvɪdʒuəˈɫɪstɪk/

Ορισμός και σημασία του "individualistic"στα αγγλικά

individualistic
01

ατομικιστικός

with minimally restricted freedom in commerce
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most individualistic
συγκριτικός βαθμός
more individualistic
διαβαθμίσιμο
02

ατομικιστικός

marked by or expressing individuality
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store