Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiscriminately
01
αδιακρίτως, χωρίς διάκριση
in a random or unselective way, without planning, care, or concern for consequences
Παραδείγματα
The chemicals were sprayed indiscriminately, damaging nearby crops and wildlife.
Τα χημικά ψεκάστηκαν αδιακρίτως, προκαλώντας ζημιά σε κοντινές καλλιέργειες και άγρια ζωή.
1.1
αδιακρίτως, χωρίς διάκριση
in a way that shows no concern for appropriateness, quality, or relevance
Παραδείγματα
Tourists sometimes take photos indiscriminately, regardless of signs asking for privacy.
Οι τουρίστες μερικές φορές τραβούν φωτογραφίες αδιακρίτως, ανεξάρτητα από τις πινακίδες που ζητούν ιδιωτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
indiscriminately
indiscriminate
discriminate



























