Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indecisive
01
αποφασιστικός, διστακτικός
(of a person) having difficulty making choices or decisions, often due to fear, lack of confidence, or overthinking
Παραδείγματα
She's so indecisive that it takes her hours to choose what to wear each morning.
Είναι τόσο αποφασιστική που της παίρνει ώρες να επιλέξει τι θα φορέσει κάθε πρωί.
02
αποφασιστικός, αβέβαιος
not clearly defined, leaving outcomes uncertain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indecisive
συγκριτικός βαθμός
more indecisive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The battle ended in an indecisive draw.
Η μάχη τελείωσε με αναποφάσιστη ισοπαλία.
Λεξικό Δέντρο
indecisive
decisive
decide



























