Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indefatigable
01
ακούραστος, αδιάκοπος
showing so much energy and persistence and never becoming tired of trying to achieve something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indefatigable
συγκριτικός βαθμός
more indefatigable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The leader 's indefatigable dedication inspired the entire organization to strive for excellence.
Η ακούραστη αφοσίωση του ηγέτη ενέπνευσε ολόκληρο τον οργανισμό να αγωνιστεί για αριστεία.
Λεξικό Δέντρο
indefatigability
indefatigableness
indefatigably
indefatigable
indefatig



























