Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indefensible
01
αδικαιολόγητος, απροστάτευτος
(of theories) lacking a sustainable evidentiary or rational basis against challenges to its validity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indefensible
συγκριτικός βαθμός
more indefensible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The theory that the earth is flat is indefensible in the face of clear geological and astronomical evidence that demonstrates our planet is spherical.
Η θεωρία ότι η γη είναι επίπεδη είναι αβάσιμη μπροστά σε σαφή γεωλογικά και αστρονομικά στοιχεία που δείχνουν ότι ο πλανήτης μας είναι σφαιρικός.
02
αδικαιολόγητος, απροστάτευτος
cannot be justified or reasonably defended due to lacking ethical, logical or valid reasons
Παραδείγματα
The decision to fire employees without cause left the company open to lawsuits since its actions were clearly indefensible.
Η απόφαση να απολύσει υπαλλήλους χωρίς αιτία άφησε την εταιρεία εκτεθειμένη σε μηνύσεις, καθώς οι πράξεις της ήταν ξεκάθαρα αδικαιολόγητες.
03
απροστάτευτος
not able to be protected against attack
Λεξικό Δέντρο
indefensible
defensible
defense
defend



























