Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indecision
01
αποφασιστικότητα, δισταγμός
a state of being unable to make a decision due to doubt or uncertainty
Παραδείγματα
Her indecision about moving abroad left her feeling stuck.
Η αποφασιστικότητά της για τη μετακόμιση στο εξωτερικό την άφησε να νιώθει κολλημένη.
02
αποφασιστικότητα, διστακτικότητα
the trait of irresolution; a lack of firmness of character or purpose
Λεξικό Δέντρο
indecision
decision
decide



























