indecision
in
ˌɪn
in
de
di
ci
ˈsɪ
si
sion
ʒən
zhēn
incision

Ορισμός και σημασία του "indecision"στα αγγλικά

01

αποφασιστικότητα, δισταγμός

a state of being unable to make a decision due to doubt or uncertainty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His indecision about the job offer frustrated his family. 

Η αποφασιστικότητά του σχετικά με την προσφορά εργασίας απογοήτευσε την οικογένειά του.

02

αποφασιστικότητα, διστακτικότητα

the trait of irresolution; a lack of firmness of character or purpose 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store