Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incredulous
01
απιστητικός, σκεπτικός
unwilling or unable to believe something
Παραδείγματα
He was incredulous that the team had won against all odds.
Ήταν δυσπιστος που η ομάδα είχε κερδίσει παρά όλες τις δυσκολίες.
Λεξικό Δέντρο
incredulous
credulous
credul



























