Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incorrigible
01
ανεπανόρθωτος, αδιόρθωτος
resistant to reform despite repeated efforts to change behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incorrigible
συγκριτικός βαθμός
more incorrigible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Teachers gave up trying to discipline the incorrigible troublemaker.
Οι δάσκαλοι παράτησαν την προσπάθεια να επιβάλουν πειθαρχία στον ανεπανόρθωτο ταραξία.
Λεξικό Δέντρο
incorrigibly
incorrigible
corrigible



























