Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsistent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconsistent
συγκριτικός βαθμός
more inconsistent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her performance was inconsistent; she would excel one day and struggle the next.
Η απόδοσή της ήταν ασυνεπής; μια μέρα έξαψε και την επόμενη αγωνιζόταν.
02
ασυνεπής, αντιφατικός
(of two statements, etc.) not agreeing with one another
Παραδείγματα
Despite his initial promises, his actions were inconsistent with his words, causing disappointment among his supporters.
Παρά τις αρχικές του υποσχέσεις, οι πράξεις του ήταν ασυνεπείς με τα λόγια του, προκαλώντας απογοήτευση στους υποστηρικτές του.
03
ασύμβατος, ασυνεπής
unable to be made compatible, coherent, or logically harmonious with something else
Παραδείγματα
The proposal is inconsistent with the company's policy.
Η πρόταση είναι ασυνεπής με την πολιτική της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
inconsistent
consistent
consist



























