Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inconsistency
01
ασυνέπεια, ασταθής συμπεριφορά
the state or quality of being irregular or unpredictable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inconsistencies
Παραδείγματα
His inconsistency in meeting deadlines led to frustration among his colleagues.
Η ασυνέπειά του στην τήρηση προθεσμιών οδήγησε σε απογοήτευση μεταξύ των συναδέλφων του.
02
ασυνέπεια, αντίφαση
a specific aspect or element characterized by lack of uniformity, regularity, or harmony
Παραδείγματα
The report highlighted several inconsistencies in the witness testimonies.
Η έκθεση τόνισε πολλές ασυνέπειες στις καταθέσεις των μαρτύρων.
Λεξικό Δέντρο
inconsistency
consistency
consistence
consist



























