inclement
in
ɪn
in
cle
ˈklɛ
kle
ment
mənt
mēnt
incitementincrementincasement

Ορισμός και σημασία του "inclement"στα αγγλικά

01

αμείλικτος, ανελέητος

showing no kindness or mercy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inclement
συγκριτικός βαθμός
more inclement
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She dealt with the situation in an inclement manner, disregarding the emotional impact on others. 

Χειρίστηκε την κατάσταση με αμείλικτο τρόπο, αγνοώντας τη συναισθηματική επίδραση στους άλλους.

02

δυσάρεστος, σκληρός

(of weather) rainy or cold in a way that is not pleasant 
Παραδείγματα
The inclement weather made the drive difficult, with rain pouring down and the wind howling. 

Ο δύσκολος καιρός έκανε την οδήγηση δύσκολη, με τη βροχή να πέφτει καταρρακτωδώς και τον άνεμο να ουρλιάζει.

Λεξικό Δέντρο

inclementness
inclement
clement
clem
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store