Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclement
01
αμείλικτος, ανελέητος
showing no kindness or mercy
Παραδείγματα
His inclement tone cut through the room, making everyone feel uneasy and unwanted.
Ο αμείλικτος τόνος του διέσχισε το δωμάτιο, κάνοντας όλους να αισθάνονται άβολα και ανεπιθύμητα.
02
δυσάρεστος, σκληρός
(of weather) rainy or cold in a way that is not pleasant
Παραδείγματα
We had to bundle up against the inclement weather, with the cold winds making it unbearable to stay outside for long.
Έπρεπε να τυλίξουμε τον εαυτό μας ενάντια στον άσχημο καιρό, με τους κρύους ανέμους να κάνουν αφόρητη την παραμονή έξω για πολύ.
Λεξικό Δέντρο
inclementness
inclement
clement
clem



























