Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclement
01
αμείλικτος, ανελέητος
showing no kindness or mercy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inclement
συγκριτικός βαθμός
more inclement
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She dealt with the situation in an inclement manner, disregarding the emotional impact on others.
Χειρίστηκε την κατάσταση με αμείλικτο τρόπο, αγνοώντας τη συναισθηματική επίδραση στους άλλους.
02
δυσάρεστος, σκληρός
(of weather) rainy or cold in a way that is not pleasant
Παραδείγματα
The inclement weather made the drive difficult, with rain pouring down and the wind howling.
Ο δύσκολος καιρός έκανε την οδήγηση δύσκολη, με τη βροχή να πέφτει καταρρακτωδώς και τον άνεμο να ουρλιάζει.
Λεξικό Δέντρο
inclementness
inclement
clement
clem



























