Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to include
01
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to have something as a part of the whole
Transitive: to include certain components
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
include
γ΄ ενικό πρόσωπο
includes
ενεστώτα μετοχή
including
απλός αόριστος
included
παθητική μετοχή
included
Παραδείγματα
The ticket price includes access to all attractions.
Η τιμή του εισιτηρίου περιλαμβάνει πρόσβαση σε όλες τις ατραξιόν.
02
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to make someone or something become part of something such as a whole
Transitive: to include sb/sth
Παραδείγματα
The project manager decided to include additional features in the software.
Ο διαχειριστής του έργου αποφάσισε να συμπεριλάβει πρόσθετες λειτουργίες στο λογισμικό.
2.1
περιλαμβάνω, εμπλέκω
to allow a person, company, etc. to participate in something such as a job or project
Transitive: to include sb | to include sb in an activity
Παραδείγματα
The committee decided to include him in the project.
Η επιτροπή αποφάσισε να τον συμπεριλάβει στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
included
including
inclusion
include



























