Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to include
01
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to have something as a part of the whole
Transitive: to include certain components
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
include
γ΄ ενικό πρόσωπο
includes
ενεστώτα μετοχή
including
απλός αόριστος
included
παθητική μετοχή
included
Παραδείγματα
The meeting agenda will include updates on current projects and discussions about future plans.
Η ημερήσια διάταξη της συνάντησης θα περιλαμβάνει ενημερώσεις για τα τρέχοντα έργα και συζητήσεις για τα μελλοντικά σχέδια.
02
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to make someone or something become part of something such as a whole
Transitive: to include sb/sth
Παραδείγματα
The research study needs to include participants from different ethnicities.
Η έρευνα πρέπει να περιλαμβάνει συμμετέχοντες από διαφορετικές εθνικότητες.
2.1
περιλαμβάνω, εμπλέκω
to allow a person, company, etc. to participate in something such as a job or project
Transitive: to include sb | to include sb in an activity
Παραδείγματα
The event organizers decided to include local businesses in the vendor selection.
Οι διοργανωτές της εκδήλωσης αποφάσισαν να συμπεριλάβουν τις τοπικές επιχειρήσεις στην επιλογή των πωλητών.
Λεξικό Δέντρο
included
including
inclusion
include



























