incipient
Pronunciation
/ˌɪnˈsɪpiənt/

Ορισμός και σημασία του "incipient"στα αγγλικά

01

αρχικός, αναδυόμενος

starting to develop, appear, or take place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incipient
συγκριτικός βαθμός
more incipient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They took action to prevent the incipient crisis from escalating.
Ενέργησαν για να αποτρέψουν την κλιμάκωση της αναδυόμενης κρίσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store