incipient
in
ɪn
in
ci
ˈsɪ
si
pient
piənt
piēnt
incident

Ορισμός και σημασία του "incipient"στα αγγλικά

01

αρχικός, αναδυόμενος

starting to develop, appear, or take place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incipient
συγκριτικός βαθμός
more incipient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, process, state
Παραδείγματα
They noticed the incipient signs of a conflict during the early stages of the project. 

Παρατήρησαν τα πρωτογενή σημάδια μιας σύγκρουσης κατά τα πρώτα στάδια του έργου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incipient
incipi
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store