Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incipient
01
αρχικός, αναδυόμενος
starting to develop, appear, or take place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incipient
συγκριτικός βαθμός
more incipient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They took action to prevent the incipient crisis from escalating.
Ενέργησαν για να αποτρέψουν την κλιμάκωση της αναδυόμενης κρίσης.
Λεξικό Δέντρο
incipient
incipi



























