inchoative
in
ɪn
in
choa
ˈkəʊə
kewe
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "inchoative"στα αγγλικά

01

εναρκτικός, εναρκτική όψη

aspect with regard to the beginning of the action of the verb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inchoatives
inchoative
01

αρχικός, πρωταρχικός

first or at the beginning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The software had some bugs in its initial release. 

Το λογισμικό είχε μερικά σφάλματα στην αρχική του έκδοση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store