incessant
in
ɪn
in
ce
ˈsɛ
se
ssant
sənt
sēnt
albescentquiescentsenescentignescent

Ορισμός και σημασία του "incessant"στα αγγλικά

01

αδιάκοπος, συνεχής

happening or continuing without interruption or stopping 
incessant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incessant
συγκριτικός βαθμός
more incessant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
activity, time, behavior
Παραδείγματα
Her incessant chatter during the meeting was distracting to everyone present. 

Η αδιάκοπη φλυαρία της κατά τη διάρκεια της συνάντησης αποσπούσε την προσοχή όλων των παρευρισκομένων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incessantly
incessantness
incessant
incess
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store