Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incessant
01
αδιάκοπος, συνεχής
happening or continuing without interruption or stopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incessant
συγκριτικός βαθμός
more incessant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her incessant chatter during the meeting was distracting to everyone present.
Η αδιάκοπη φλυαρία της κατά τη διάρκεια της συνάντησης αποσπούσε την προσοχή όλων των παρευρισκομένων.
Λεξικό Δέντρο
incessantly
incessantness
incessant
incess



























