Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incessant
01
αδιάκοπος, συνεχής
happening or continuing without interruption or stopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incessant
συγκριτικός βαθμός
more incessant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The incessant barking of the dog next door kept them awake all night.
Το αδιάκοπο γάβγισμα του διπλανού σκύλου τους κράτησε ξύπνιους όλη τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
incessantly
incessantness
incessant
incess



























