Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inadmissible
01
απαράδεκτος, μη αποδεκτός
not legally recognized, especially in a court of law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It is prohibited to use illegally obtained evidence in court, as it is considered inadmissible.
Απαγορεύεται η χρήση παράνομα αποκτημένων αποδεικτικών στοιχείων στο δικαστήριο, καθώς θεωρούνται απαράδεκτα.
02
απαράδεκτος, ανάρμοστος
not permitted or tolerated due to being unacceptable or inappropriate
Παραδείγματα
Her rude behavior was considered inadmissible in a professional setting.
Η αγενής συμπεριφορά της θεωρήθηκε απαράδεκτη σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
inadmissible
admissible
admiss



























