Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in-person
01
προσωπικά, παρόν
an appearance carried out personally in someone else's physical presence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσωπικά, παρόν