impuissance
im
ɪm
im
pui
pwi:
pvi
ssance
səns
sēns

Ορισμός και σημασία του "impuissance"στα αγγλικά

01

αδυναμία

the state of being weak or powerless 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impuissances
Παραδείγματα
The king's impuissance was evident when his advisors ignored his commands. 

Η αδυναμία του βασιλιά ήταν εμφανής όταν οι σύμβουλοί του αγνοούσαν τις εντολές του.

Λεξικό Δέντρο

impuissance
puissance
puiss
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store