impuissance
im
ɪm
ιμ
pui
ˈpju:ɪ
πγουι
ssance
səns
σανσ
/ɪmpjˈuːɪsəns/

Ορισμός και σημασία του "impuissance"στα αγγλικά

01

αδυναμία

the state of being weak or powerless
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The impuissance of the system became clear when it failed to prevent widespread corruption.
Η αδυναμία του συστήματος έγινε σαφής όταν απέτυχε να αποτρέψει τη διαδεδομένη διαφθορά.

Λεξικό Δέντρο

impuissance
puissance
puiss
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store