Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impuissance
01
αδυναμία
the state of being weak or powerless
Παραδείγματα
The impuissance of the system became clear when it failed to prevent widespread corruption.
Η αδυναμία του συστήματος έγινε σαφής όταν απέτυχε να αποτρέψει τη διαδεδομένη διαφθορά.
Λεξικό Δέντρο
impuissance
puissance
puiss



























