Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improper
01
ακατάλληλος, ανάρμοστος
unfit for a particular person, thing, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most improper
συγκριτικός βαθμός
more improper
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Using informal language in a professional email is considered improper communication.
Η χρήση ανεπίσημης γλώσσας σε ένα επαγγελματικό email θεωρείται ακατάλληλη επικοινωνία.
02
ακατάλληλος, ανάρμοστος
not conforming to legality, moral law, or social convention
03
ακατάλληλος, ανάρμοστος
unsuitable or inappropriate for the intended context or situation
Παραδείγματα
Wearing casual clothes to a formal event was considered improper.
Το να φοράς καθημερινά ρούχα σε μια επίσημη εκδήλωση θεωρούνταν ακατάλληλο.
Λεξικό Δέντρο
improper
proper



























