Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imprisonment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Imprisonment serves as a deterrent to criminal behavior.
Η φυλάκιση λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας για την εγκληματική συμπεριφορά.
02
φυλάκιση, εγκλεισμός
the act of confining someone in a restricted space
Παραδείγματα
She resisted the imprisonment imposed by strict rules.
Αντιστάθηκε στη φυλάκιση που επιβλήθηκε από αυστηρούς κανόνες.
03
φυλάκιση, εγκλεισμός
the condition or state of being kept in confinement
Παραδείγματα
She endured imprisonment without losing hope.
Υπέμεινε τη φυλάκιση χωρίς να χάσει την ελπίδα.
Λεξικό Δέντρο
imprisonment
imprison



























