Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impressive
01
εντυπωσιακός, αξιοσημείωτος
causing admiration because of size, skill, importance, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impressive
συγκριτικός βαθμός
more impressive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impressive architecture of the cathedral left visitors in awe of its grandeur and craftsmanship.
Η εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του καθεδρικού ναού άφησε τους επισκέπτες σε δέος μπροστά στη μεγαλοπρέπεια και την κατασκευαστική του δεξιοτεχνία.
Παραδείγματα
The artist's impressive work drew a large crowd at the gallery opening.
Το εντυπωσιακό έργο του καλλιτέχνη προσέλκυσε μεγάλο πλήθος στο άνοιγμα της γκαλερί.
Λεξικό Δέντρο
impressively
impressiveness
unimpressive
impressive
impress



























