Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impoverish
01
φτωχαίνω, υποβαθμίζω
to diminish something's overall quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impoverish
γ΄ ενικό πρόσωπο
impoverishes
ενεστώτα μετοχή
impoverishing
απλός αόριστος
impoverished
παθητική μετοχή
impoverished
02
φτωχαίνω, καταστρέφω
to take away a person or a country's riches to the point of poverty
Παραδείγματα
The economic crisis began to impoverish many families in the region.
Η οικονομική κρίση άρχισε να φτωχαίνει πολλές οικογένειες στην περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
impoverished
impoverishment
impoverish



























