Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impound
01
κατασχώ, διαστέλλω
to temporarily take possession of something, typically by legal authority, as a measure of security or due to a violation
Transitive: to impound sth
Παραδείγματα
The city may impound vehicles parked in restricted zones.
Η πόλη μπορεί να κατασχέσει οχήματα που είναι σταθμευμένα σε απαγορευμένες ζώνες.
02
κατασχώ, φυλακίζω
to confine or place domestic animals in an enclosed area
Transitive: to impound an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impound
γ΄ ενικό πρόσωπο
impounds
ενεστώτα μετοχή
impounding
απλός αόριστος
impounded
παθητική μετοχή
impounded
Παραδείγματα
The animal shelter impounded several cats that were found abandoned in the park.
Το καταφύγιο ζώων κατέσχεσε αρκετές γάτες που βρέθηκαν εγκαταλειμμένες στο πάρκο.
Λεξικό Δέντρο
impoundment
impound
pound



























