Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impotent
01
ανίσχυρος, ανίκανος
not possessing the power or ability to affect a situation
Παραδείγματα
The company ’s impotent efforts to recover from the scandal only made matters worse.
Οι ανίσχυρες προσπάθειες της εταιρείας να ανακάμψει από το σκάνδαλο μόνο χειρότερες έκαναν τα πράγματα.
02
ανίκανος, στείρος
(of a male) unable to copulate
Λεξικό Δέντρο
impotent
potent
potence



























