implicitly
imp
ˈɪmp
imp
li
li
cit
sɪt
sit
ly
li
li
explicitly

Ορισμός και σημασία του "implicitly"στα αγγλικά

01

σιωπηρά, με σιωπηρό τρόπο

in a way that is understood or suggested without being directly stated 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The instructions implicitly indicated the preferred approach. 

Οι οδηγίες σιωπηρά υποδείκνυαν την προτιμώμενη προσέγγιση.

02

σιωπηρά, χωρίς αμφιβολία ή αμφισβήτηση

without doubting or questioning 

Λεξικό Δέντρο

implicitly
implicit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store