Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Implementation
01
εφαρμογή, υλοποίηση
the act of accomplishing some aim or executing some order
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
implementations
02
εφαρμογή, υλοποίηση
the act of implementing (providing a practical means for accomplishing something); carrying into effect



























